Η Ειρήνη της Φοινίκης

στην κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΑ

Σημείωση Aftonomi.gr: Πιστεύουμε οτι ή ανάδειξη της Ιστορίας και της εθνικής προσφοράς του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού είναι απαραίτητη στον Ελληνα της μη­τροπολιτικής Ελλάδος για τη σφυρηλάτηση της εθνικής μας αυτογνωσίας και της συνείδησης των συμπατριωτών μας.

Του Αθανάσιου Νάτση*

 Η πρώτη επαφή σε διπλωματικό ε­πίπεδο των Ρωμαίων με τους Μακεδό­νες, τους Ηπειρώτες και άλλους Έλλη­νες, που ήταν και η τελευταία στην ο­ποία κάθισαν στο ίδιο τραπέζι Ρω­μαίοι και Έλληνες, σαν ισότιμοι συζητη­τές, ήταν η συνθήκη της Φοινίκης. Την επαφή την επέλεξαν και την πέτυχαν οι Ηπειρώτες και κατέληξε σε συνθήκη ει­ρήνης. Η συνθήκη αυτή, γνωστή στους αρχαίους συγγραφείς σαν «Η ειρήνη της Φοινίκης», παίρνοντας έτσι το όνομα της πρωτεύουσας της Ομοσπονδίας του «Κοινού των Ηπειρωτών», στην οποία υπογράφηκε, το 205 π.Χ., έβαλε τυπικά τέρμα στο λεγόμενο πρώτο Μακεδόνικο πόλεμο και επέβαλε μια θνησιγενή ει­ρήνη, μεταξύ Ρωμαίων και Μακεδόνων, με τη ρύθμιση κάποιων ασήμαντων α­νακατατάξεων σε περιοχές της Ηπείρου και της Ιλλυρίας.

Έτσι το 205 π.Χ., μάλλον προς το τέλος του, οι δύο αρχηγοί των αντίπα­λων στρατών κατέφθασαν στη Φοινίκη. Εκεί προηγήθηκαν της διάσκεψης χωρι­στές επαφές των Ηπειρωτών στρατη­γών της χρονιάς εκείνης, που ήταν και οι αρχιτέκτονες της συνάντησης, Αερό­που, Δέρδα και Φιλίππου, με τους «υ­ψηλούς» καλεσμένους τους. Για πρώτη και τελευταία φορά από ό,τι ξέρουμε, μας παραδίδονται τα ονόματα και των τριών «στρατηγών», δηλαδή της ανώ­τατης συλλογικής πολιτικής και στρα­τιωτικής ηγεσίας του «Κοινού» των Ηπειρωτών. Στη διάσκεψη παρευρέθη­σαν, όπως μας πληροφορεί ο Τίτος Λίβιος, αντιπρόσωποι των Ηπειρωτών, που ήταν και οι οικοδεσπότες, επίσης ο Αμύνανδρος, βασιλιάς των Αθαμάνων, ενός μικρού ανεξάρτητου ηπειρωτικού φύλου, όπως και αντιπρόσωποι των Ακαρνάνων. Όλοι αυτοί οι «ξένοι» που συμμετείχαν χαρακτηρίσθηκαν ως «πα­ρατηρητές» ή απλούστερα σαν μάρτυ­ρες αυτών που επρόκειτο να συμφωνη­θούν, ή έστω να συζητηθούν.

Πρόεδρος της διάσκεψης ήταν ο Ηπειρώτης στρατηγός Φίλιππος, που πάντα κατά τον Τίτο Αίβιο, ζήτησε από τον συνώνυμο του βασιλιά της Μακεδο­νίας και το Ρωμαίο στρατηγό να «βά­λουν τέρμα στον πόλεμο, (για) χάρη των …. Ηπειρωτών»

Η συνθήκη της Φοινίκης θεωρήθηκε σαν το «κλείσιμο» ενός απλού επεισοδί­ου (όπως χαρακτηρίσθηκε ο Μακεδόνι­κος πόλεμος), του Β’ Καρχηδονιακού πολέμου.

Έτσι, η συνθήκη δεν αξιώθηκε της προσοχής των ιστορικών, παλιών και νέων, και η Ιστορία την προσπέρασε με αδιαφορία.

Η μελέτη όμως της συνθήκης, των περιστατικών που τη συνόδεψαν, του πολιτικού κλίματος της εποχής και της ι­στορίας των επόμενων και τελευταίων σαράντα χρονών της ελευθερίας των Ηπειρωτών, μας έπεισε, ότι στη Φοινί­κη δεν έκλεισε απλά κάποιος πόλεμος, που είχε εκφυλισθεί από μόνος του. Οι Έλληνες εκεί άνοιξαν τους ασκούς κά­ποιων ανέμων, που ανέτρεψαν πολύ εύκολα το οικοδόμημα της ελευθερίας στην Ελλάδα, μια που τα θεμέλια του τα είχαν υποσκάψει, ασυνείδητα αλλά με υπομονή και μεθοδικότητα, οι ίδιοι οι Έλληνες.

Πιστεύομε πως πρόκειται για μια α­πό τις σοβαρότερες πράξεις διεθνούς δικαίου που υπέγραψαν ποτέ οι Έλλη­νες, και μάλιστα με αχαρακτήριστη ελα­φρότητα. Υποθήκευσαν την ελευθερία τους στους Ρωμαίους και τους έδωσαν τη νομική βάση για τις μελλοντικές στρατιωτικές επεμβάσεις τους στον ελ­λαδικό χώρο. Το πότε και το πώς, αφη­νόταν στη διακριτική ευχέρεια των Ρω­μαίων. Με την συνθήκη της Φοινίκης, στους Ρωμαίους αναγνωρίσθηκαν σφαίρες επιρροής, που περιλαμβάνουν περιοχές καθαρά Ελληνικές, του τριγώ­νου μεταξύ των Τζουμέρκων της Ηπεί­ρου, της Μεσσηνίας και της Τροίας. Η συνθήκη είχε και άλλες προεκτάσεις οι οποίες απετέλεσαν τη «νομική κάλυψη» για την καταστροφή της Ηπείρου μια γενιά αργότερα. Το περίεργο της ιστο­ρίας είναι, ότι οι ιστορικοί της αρχαιότη­τας, ακόμα και ο Πολύβιος, εξακολού­θησαν να θεωρούν, ακόμα και μετά την καταστροφή της Ηπείρου, ότι οι Ρωμαί­οι, όταν ενεργούσαν το μεγάλο και πρωτοφανή εξανδραποδισμό, τιμωρού­σαν τους παραβάτες της «συμμαχίας» των Ηπειρωτών με τους Ρωμαίους. (Πόσο επίκαιρο είναι το φαινόμενο αυτό στις ημέρες μας από τις μεγάλες δυνά­μεις.)

Τέλος, μια άλλη αφανής συνέπεια της συνθήκης είναι, ότι στη Φοινίκη χά­θηκε και η τελευταία ευκαιρία να ενω­θούν οι Έλληνες απέναντι στον ισότιμο, ακόμα τότε, γείτονα από τη Δύση. Μετά από αυτήν ήταν πρακτικά και νομικά α­δύνατο η ένωση των Ελλήνων χωρίς τη συγκατάθεση των Ρωμαίων η χωρίς την ένοπλη σύγκρουση μαζί τους. Αυτό και μόνο είναι αρκετό να χαρακτηρίσει τη συνθήκη σαν ορόσημο σοβαρό στην Ελληνική Ιστορία.

Το κείμενο της συνθήκης της Φοινί­κης δεν διασώθηκε. Ο Τίτος Λίβιος, μο­ναδική πηγή μας για το περιστατικό, παρά το γεγονός ότι η ύπαρξη της συν­θήκης κατανοείται από πολλές πλευ­ρές, δεν ακολούθησε τη συνήθεια του να αναφέρει τους όρους των συνθηκών με τις οποίες τελείωναν οι πόλεμοι της ιστορίας του, είτε ατόφια είτε περιληπτι­κά. Εδώ αναφέρει μόνο λίγες φράσεις, και αυτές όχι σαν κείμενο συνθήκης, αλλά σαν ρωμαϊκές προτάσεις για συ­ζήτηση, που διατυπώθηκαν από τον Ρωμαίο αρχιστράτηγο στον αντίπαλο του και οι οποίες, αφού έγιναν δεκτές, αποτέλεσαν το περιεχόμενο της συνθή­κης. Ο Τίτος Λίβιος (ΧΧΙΧ.7,13) λοιπόν γράφει: » P.Sempronios conditiones pacis dixit, ut Parthini et Dimallum, et Bargullum et Eurgenium Romanorum essent, Atintania si missis Roma legatis ab Senatu impetrasset, ut Macedoniae accederet». Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο Π. Σεμπρώνιος προτείνει σαν όρους της ειρήνης «… να παραμένουν (στην κυριολεξία, «να είναι») στα χέρια των Ρωμαίων η περιοχή των Παρθίνων, η Διμάλη, το Bargullum και το Ευγένιον». Ο Ρωμαίος συνεχίζει, ότι όσον αφορά την Ατιντανία ας έστελνε ο Φίλιππος α­ντιπροσώπους στη Ρώμη, να ζητήσει να παραχωρηθεί από την Σύγκλητο στη Μακεδονία». Δηλαδή εκείνο «που έ­παιρνε» ο βασιλιάς κρεμόταν στην κυ­ριολεξία από τη Συγκλητική έγκριση. Στην επιφύλαξη αυτή του ανθύπατου, συναντάμε κάτι που δεν το βρίσκομε πουθενά γραμμένο, αλλά που διαχέεται μέσα από όλη την ρωμαϊκή παράδοση : Το να μη παραχωρείται ούτε μια σπιθα­μή γης στον αντίπαλο χωρίς την έγκρι­ση της Συγκλήτου η αργότερα του Αυ­τοκράτορα. Για να γίνει αντιληπτή η ρω­μαϊκή πρόταση, πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στις περιοχές που αναφέρονται σε αυτή.

Η περιοχή των Παρθίνων (ήταν Ιλ­λυρικό φύλο) βρισκόταν στη σημερινή βορειοδυτική Αλβανία. Τα ερείπια της Διμάλης, που τελευταία προσδιορίσθη­κε με βεβαιότητα από τους Αλβανούς αρχαιολόγους, στα βορειοδυτικά του Βερατίου (της αρχαίας ελληνικής Αντιπάτρειας) και στη νότια πλευρά της με­γάλης καμπής (τόξου) του Άψου ποτα­μού, σηματοδοτούν μια θέση με μεγάλη στρατηγική σημασία.

To Bergullum και το Ευγένιον (Eugenion) μας είναι άγνωστα.

Η Ατιντανία, που θα την «έδιναν» οι Ρωμαίοι στο βασιλιά της Μακεδονίας, ήταν μια σχετική μεγάλη εδαφική έκτα­ση που απλωνόταν περίπου από την σημερινή γραμμή των ελληνο-αλβανικών συνόρων, στην περιοχή της Πωγωνιανής, μέχρι την συμβολή των πο­ταμών Αώου και Δρίνου, κοντά στο Τε­πελένι. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να δεχθούμε πως στον Φίλιππο δεν α­φηνόταν διέξοδος στη θάλασσα, τουλά­χιστον μεταξύ των δύο ποταμών Άψου και Αώου. Το μόνο σημείο διεξόδου του βασιλιά προς την Αδριατική, από Μακε­δονία δια μέσου της Ιλλυρίας, φαίνεται πως ήταν η Λισσός, το Λές της βόρειας Αλβανίας, η κατοχή της οποίας δεν συ­ζητήθηκε στη Φοινίκη και της οποίας κάτοχος εμφανίζεται και μεταγενέστερα ο βασιλιάς. (Ο DE SANCTIS, «Storia dei Romani» Vol.111, p.498, Milano 1917, σελ. 436, εκφράζει την άποψη, ότι ο Φί­λιππος, κρατώντας την Ατιντανία, εξα­σφάλιζε τις διαβάσεις («ί passi») από τη Μακεδονία στην κεντρική Ιλλυρία, και α­πό εκεί στην κτήση του στη Λισσό. Από την αξιολόγηση των λύσεων που προ­τάθηκαν από τον ανθύπατο και που τε­λικά αποτέλεσαν το περιεχόμενο της συνθήκης, ας δούμε την εικόνα της πε­ριοχής, όπως είχε διαμορφωθεί από τη στρατιωτική κατάσταση πριν από την διακοπή των εχθροπραξιών.

Οι Ρωμαίοι είχαν στα χέρια τους, α­πό παλιότερα, την Κέρκυρα, το Δυρρά­χιο (Επίδαμνο) και την Απολλωνία, την περιοχή του Ωρικού, των Παρθίνων και της Δίμαλης, χωρίς να λογαριάσουμε τα άγνωστα Βαργύλιο και Ευγένιο. Βλέ­πουμε τους Ρωμαίους να εξουσιάζουν την σημερινή κεντρική Αλβανία και ένα μέρος της νότιας, μέχρι το Τεπελένι, και φυσικά τις βορειότερες περιοχές. Ο Φί­λιππος διατήρησε το διάδρομο του, στενόν οπωσδήποτε, ανάμεσα στα πο­τάμια Άψο και Αώο, στερημένος όμως από το στρατηγικό σημείο στήριξης του, τη Διμάλη, που βρισκόταν στα χέρια των Ρωμαίων. Από μελέτη της ιστορίας της Ηπείρου προκύπτει, ότι η συνθήκη της Φοινίκης, εκτός από τις γνωστές τρεις διαστάσεις που αναφέρθηκαν, τη μεθοριακή, που στεκόταν στον αέρα, την de jure αναγνώριση των ρωμαϊκών βάσεων στον ηπειρωτικό βορρά και στις ελληνικές αποικίες της Αδριατικής, και τις σφαίρες επιρροής στον ελλαδικό χώρο, που διατηρήθηκαν και μεταβλή­θηκαν σε δορυφορικές, είχε και μια άλ­λη, τετάρτη διάσταση. Η διάσταση αυτή δεν προκύπτει από το κείμενο της συν­θήκης, γίνεται όμως ολοφάνερη από τις ύστερα από πολλά χρόνια εφαρμογές της, και πέρασε εντελώς απαρατήρητη από την ιστοριογραφία. Η τέταρτη αυτή διάσταση ήταν η μελλοντικής φιλίας και συμμαχίας. Οι συνέπειες αυτής της συμ­μαχίας υπήρξαν για την Ήπειρο συγ­κλονιστικές και, το παράδοξο, σε επο­χές που η συνθήκη της Φοινίκης, δεν α­ποτελούσε πια ούτε ανάμνηση. Η ύ­παρξη αυτών των αρχών της φιλίας και της συμμαχίας προς τους Ρωμαίους, αποτελούσε, όπως αποδείχθηκε ύστερα από τριάντα χρόνια, κοινό μυστικό στην Ήπειρο.

 * Ο Άθ. Νάτσης είναι Επίκ. Καθηγητής στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

*

Πρόσφατες δημοσιεύσεις απο ΙΣΤΟΡΙΑ

Πήγαινε στην ΚΟΡΥΦΗ